Αλλοίωση, "εν ανομίαις συνελήφθην"

"Ευμορφία", για όλους

Επαναγωγή, "εις το καθ΄ομοίωσιν επανάγαγε ..."

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

«Ο κύκλος που κλείνει»


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ

Σταμάτησε στό τελευταίο σκαλοπάτι πρίν απ΄τό πλατύσκαλο.Ο πόνος στό στήθος ήταν αφόρητος. «Πάντα εδώ μέ πιάνει» μουρμούρισε. Επειτα, έριξε μιά ματιά στό σπίτι της. «Ρήμαξες όπως εγώ», είπε βλέποντας τούς φθαρμένους από τήν υγρασία τοίχους. «Μή στεναχωριέσαι, συνέχισε, μαζί θά φύγουμε».
Ο ήχος από τά κομπρεσέρ ακούστηκε μακριά. Έπεφταν τά παλιά σπίτια.Τά έδιναν αντιπαροχή.

Παντρεύτηκε στό νησί τόν καπετάν Αντώνη στίς αρχές τού περασμένου αιώνα καί μέ τήν προίκα της ήρθαν στήν Αθήνα, σέ ένα προάστιο τότε, καί έχτισαν τό σπίτι τους. Κάτω από τό βουναλάκι, μέσα στά πεύκα. Μετά ήρθαν άλλοι, ύστερα άλλοι. ...

Εκεί μέσα έκανε τίς δυό κόρες της, εκεί τίς πάντρεψε καί έκλαψε τό γρήγορο χαμό τών γαμπρών της. Έφυγαν αφήνοντας πίσω τους τρεία ορφανά.Ο πρώτος στά πέντε χρόνια, ο δεύτερος στά δέκα. Ένα παιδί ο πρώτος καί ο άλλος δύο. Σέ λίγο έχασε τόν άντρα της. Και ήταν τα χρόνια δύσκολα. Κατοχή καί μετά πάλι πόλεμος.

Κατάφεραν δυο φορές να μαζέψουν λίγα χρήματα με τον καπετάν Αντώνη. Και τίς δυό φορές τά πράγματα πήγαν στραβά. Η πρώτη ήταν τότε μέ τό μεγάλο κράχ κάπου στό ΄30. Η δεύτερη μέ τόν μεγάλο πόλεμο. Τούς έμειναν κάτι παλιόχαρτα. Στό τέλος, αφού κήδεψε γαμπρούς και άντρα, έφτασε ο φόρος τής κληρονομιάς. Τό σπίτι έβγαινε "στο σφυρί".

Πήρε τών ομματιών της η μικρή της θυγατέρα, μέ τά δυό ορφανά καί τράβηξε στήν ξενιτειά. Εστελνε χρήματα γιά τήν εφορία. Η άλλη, η μεγάλη, η "λουσού" είχε στά χέρια της τό χαρτί τής δασκάλας καί μέ τή σύνταξη τού σκοτωμένου άντρα της κάτι ψιλοκατάφερνε. Και τώρα αυτή στα γεράματα, αφού η ζωή την είχε σακατέψει, έπρεπε η ίδια να φροντίζει για το σπίτι, γιά τά ορφανά που μεγάλωσαν καί σπούδαζαν.
Αναπάντεχα τούς ήρθε τό καλό μαντάτο. Ζητούσαν τό σπίτι αντιπαροχή. Τούς τό ξέκοψε.«Εγώ δέν φεύγω από εδώ μέσα», είπε.

Ο θόρυβος τών κομπρεσέρ δυνάμωσε. Έρχόνταν από κοντά. Ανέβηκε μέ δυσκολία καί τό επόμενο σκαλοπάτι.

«Τι κρίμα, είπε, που δέν έχω μια φωτογραφία τού σπιτιού μου, τότε που τόχτισα. Από εδώ έβλεπα τήν Ακρόπολη, τό Φάληρο, τόν Πειραιά. Θέλουν τώρα νά μέ κλείσουν στό τσιμέντο, νά μή θωρώ τόν ουρανό, τή ζωή μου, καθώς τήν έζησα μέ πόνους καί χαρές». 
Κι έτσι, καθώς αντίκρυζε τό φαγωμένο από τά χρόνια σπίτι, τής φάνηκε ότι ο χρόνος κύλησε πίσω. Όλα έγιναν φωτεινά, ολόλαμπρα καθώς τότε, που τά πρωτοείδε μέ τόν άντρα της, τόν καπετάν Αντώνη, που έστεκε δίπλα της μαζί με τίς κορούλες της ντυμένες στά λευκά. Λές καί ήταν αγγελούδια ...

Τήν "εσαράντισαν" καί μετά από λίγο, τό σπίτι έπεσε. Δόθηκε αντιπαροχή, ο κύκλος έκλεισε.

«Τελευταία τροποποίηση: 25 Μάρτιος 2006, 21:40:03 από naknak, δημοσιεύθηκε στό DPGR »

Δεν υπάρχουν σχόλια: