Αλλοίωση, "εν ανομίαις συνελήφθην"

"Ευμορφία", για όλους

Επαναγωγή, "εις το καθ΄ομοίωσιν επανάγαγε ..."

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Κύπρος μου- Αδέσμευτο Κίνημα Εκπ/κών Π.Ε. Σάμου


Όχι, η φωτογραφία δεν είναι από την έκρηξη στη ναυτική βάση Ζυγίου της Κύπρου. Είναι από την Πλατεία Συντάγματος στις 29 Ιουνίου, η έκρηξη ήρθε μετά, ήταν στην Κύπρο.

Από το Ρεσάλτο, γράφει ο επισκέπτης κύριος Γκαντίδης Ανδρέας

Κύπρος μου!
Ω γλυκειά Κύπρος, βράχε ασάλευτε, που πάνω σου σπάζουν τα κύματα και το πείσμα των ισχυρών του κόσμου! Τα άγια χώματά σου μοσχοβολούν Ιστορία και Πολιτισμό, θυμάρι, ρίγανη, βασιλικό, ανακατωμένα με το αίμα των ηρώων και τα άγια λείψανα των μαρτύρων σου.
Αμέτρητοι οι επίδοξοι κατακτητές σου. Με λύσσα βάλθηκαν να κόψουν το νήμα που σε συνδέει με τη Μητέρα Πατρίδα. Μ’ αυτό είναι αόρατο, πνευματικό, μία ζωογόνος αρτηρία, που διοχετεύει το αίμα της κατατρεγμένης και μυριοπροδομένης φυλής μας, άξιο αντίτιμο της ελευθερίας σου.
Πόσα και πόσα παλληκάρια δε σαλπάρουν, χιλιάδες χρόνια τώρα, να ‘ρθουν κοντά σου, να προφθάσουν να σε υπερασπίσουν, να σε σώσουν και να σωθούν! Μία αέναος προσπάθεια προς τη δόξα και την τιμή, πάνω στα χνάρια αυτής της πανάρχαιας ελληνικής ιδεολογίας, του χρέους και του καθήκοντος έναντι της πατρίδος, και η οποία μεταλαμπαδεύεται μυστικά, χωρίς διακοπή, από γενιά σε γενιά με το γάλα και το αίμα της μάνας.
Ω γλυκεία μου Κύπρος! Εν ριπή οφθαλμού, αυτή τη στιγμή, βρίσκομαι κοντά σου, αναπνέω τον αέρα σου και πίνω το νερό σου. Τι κι αν κάποιοι μικροί ηγετίσκοι θεώρησαν ότι «η Κύπρος κείται μακράν»; Μικρόψυχοι και δειλοί, ανήμποροι να σηκώσουν στους καλοταϊσμένους ώμους τους, το βάρος τόσων χιλιάδων χρόνων ιστορίας.
Με ιερή συγκίνηση βαδίζω πάνω στο αιματοβαμμένο χώμα σου. Κοντοστέκω λιγάκι ανάμεσα σε δύο πληγωμένα, από τον εχθρό κι απ’ το χρόνο, πυροβόλα, και εισέρχομαι ταπεινά την πύλη του Τύμβου της Μακεδονίτισσας, που μου θυμίζει τη δική μου πατρώα ελληνική γη της Μακεδονίας.
Μελαγχολώ, γιατί κάποιοι άλλοι ελεεινοί ταγοί ετοιμάζονται, λέει, να χαρίσουν το όνομά της, την ψυχή της δηλαδή, σε έναν ανιστόρητο γείτονα με ισχυρές «πλάτες», γιατί έτσι κάνουν οι έξυπνοι και προοδευμένοι, υποχωρούν ξεδιάντροπα. Βέβαια, μυστικές συμφωνίες και μηχανορραφίες σκοτεινές, οι άνθρωποι τις εφηύραν ως φάρμακα ανανδρίας, μας θυμίζουν οι αρχαίοι!
Χαιρετώ φευγαλέα τους δύο δικέφαλους αετούς, που κοσμούν την είσοδο, αναπολώντας ένα ένδοξο παρελθόν και κάποιους υπερήφανους και ανδρείους ηγέτες, ανυποχώρητους και αλύγιστους. Σχεδόν αμέσως, ασυναίσθητα, μου έρχονται στο νου κάποιοι άλλοι, κατοπινοί, μικροσκοπικοί θα έλεγα, οι οποίοι ανερυθρίαστα μοιράζουν βραχονησίδες, εθνική κυριαρχία, Μακεδονία, ιθαγένειες και πολιτικά δικαιώματα σε όποιον εκβιάσει περισσότερο και με μεγαλύτερο σθένος, αφήνοντας τέλος και το εθνικό μας σύμβολο με τον Τίμιο Σταυρό να το παίρνει ο αέρας, μαζύ με την εθνική μας υπερηφάνεια, για χάρη της ειρήνης και της ευημερίας στην δήθεν Ενωμένη Ευρώπη. Άλλωστε, η εθνική υπερηφάνεια δε χρειάζεται σε υπόδουλους καταναλωτές, αφού αυτή είναι προνόμιο μόνον των ελευθέρων πολιτών. Δυστυχώς, εμείς με τη σειρά μας αποποιούμαστε καθημερινά το προνόμιο αυτό, ανταλλάσσοντάς το με την ανεμελιά του θύματος, που άλλοι αποφασίζουν την ημερομηνία της θυσίας του.
Η αντανάκλαση του ηλίου, πάνω στους σταυρούς των τάφων, με ελευθερώνει από τις μαύρες σκέψεις μου. Ο χώρος είναι ιερός και σ’ αυτόν δεν κατοικούν παρά μόνον η Δόξα και η Τιμή, τίποτα το μικρόψυχο και χαμερπές, σαν αυτά που φωλιάζουν στα κυβερνητικά έδρανα του ελλαδικού και κυπριακού κράτους.
Θέλω να περάσω από όλους τους τάφους, να διαβάσω ένα-ένα όλα τα ονόματα, να μην αφήσω κανένα, είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω, ως ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης έναντι πραγματικών ηρώων, που είδαν τον εχθρό στα μάτια και τον σταμάτησαν με το κορμί τους. Τόσα παλληκάρια, σχεδόν συνομήλικά μου, και ας έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από τότε που για τελευταία φορά τα αντίκρισε η γλυκειά τους μάνα. Μέσα στο λιοπύρι του μεσημεριού, αποφασίζω να ρίξω λίγο κρύο νεράκι απάνω τους. Μα είναι τόσοι πολλοί! Δε θα φτάσει για όλους, ίσως μόνο, κι αν μοιράσω στον καθένα από λίγες σταγόνες, σαν αδελφός, αφού οι δικοί τους λείπουν και η ζέστη είναι ανυπόφορη! Αισθάνομαι αδελφός τους κι ας ήμουν μόλις ενός έτους, όταν χαμογέλασαν του Χάρου.
Σε βαθειά περισυλλογή προσπαθώ να αφουγκραστώ τις ελπίδες και τα όνειρα που θυσίασαν για τους άλλους, για την πατρίδα. Νιώθω πολύ μικρός, ώστε να αντέξω τέτοια αυταπάρνηση και λεβεντιά. Η ανδρεία τους καυτηριάζει αλύπητα την δική μας σημερινή κατάντια. Η σύγκριση με θλίβει αφάνταστα. Μα πώς καταντήσαμε έτσι; Αμείλικτο ερώτημα και μια ντροπιαστική απάντηση, κρυφή κι ανομολόγητη!
Διαβάζω τα ονόματά τους δυνατά, η καρδιά μου περίλυπη, βυθισμένη στη βαθειά της οδύνη, σφίγγεται κι ένας κόμπος στο λαιμό κάνει τη φωνή να τρέμει.
Άντε μωρέ παλληκάρια, σηκωθείτε απάνω, να σώσετε για άλλη μια φορά την πατρίδα που χάνεται! Η Ελλάς χάνεται, η Κύπρος χάνεται, κι εσείς κοιμάστε αμέριμνοι; Εμπρός, κάντε μια προσπάθεια, πάρτε τη θέση μας!
Εμείς, αλλοίμονο, μαθαίνουμε σήμερα ότι κάποιοι άλλοι θα δίνουν ες αεί τις μάχες τις δικές μας, για κάποιο λόγο που δε μας απασχολεί ιδιαίτερα, βυθισμένοι στην εγωπάθεια και την καλοπέραση.
Αχ, να ξέρατε πόσο σας χρειαζόμαστε, πόσο έχουμε ανάγκη τη νιότη σας και την ανδρεία σας, το ανάστημα και τη λεβεντιά σας! Βουλιάζουμε σε ένα βόρβορο απαισιοδοξίας, ξεπουλάμε τα όσια και τα ιερά μας, μαθαίνουμε στα παιδιά μας έξυπνους τρόπους να ληστεύουν την πατρίδα τους, τον εαυτό τους. Έχουμε χάσει το νόημα της ζωής και προσπαθούμε να γεμίσουμε τα κενά μας με σαχλαμάρα και ανοησία. Θεοποιούμε το χρήμα, την τεμπελιά και κάποιους αργόσχολους, συνήθως ατάλαντους, τυχοδιώκτες που λικνίζονται σαν τις ερμαφρόδιτες κάμπιες μέσα στις οθόνες μας ή κλωτσούν ένα τόπι με χάρη και τιμή εκατομμυρίων, χαχανίζοντας σαν ηλίθιοι, οι κακόμοιροι, κι όταν ακόμη δεν καταλαβαίνουμε το λόγο. Όλα τα ισοπεδώσαμε, αξίες, έννοιες, ιδέες, και πλέον, ο καθένας τις ερμηνεύει κατά το δοκούν κι όπως τον συμφέρει. Όλα γίνηκαν σχετικά. Όλα είναι κωμικά, αστεία. Καμμία συμφωνία σε τίποτα. Τι είναι η πατρίδα και η δημοκρατία, η οικογένεια, η θρησκεία; Ένα τίποτα, ένα απέραντο κενό, μία χασμωδία εξοντωτική. Η βλακεία θεοποιήθηκε και στο βωμό της θα θυσιάσουμε το μέλλον μας!
Κοιτώ τις φωτογραφίες πάνω στους σταυρούς, θαυμάζω τα πρόσωπά τους, που σε αντικρίζουν με μία αυτοπεποίθηση , μία σοβαρότητα κι έναν αξιοζήλευτο, σήμερα, ανδρισμό!
Πού είστε παλληκάρια;
Γιατί και πώς μπορείτε να είστε ξεχασμένοι;
Μονολογώ παλιούς στίχους, κι ενθυμήσεις άλλων ανδρών μού έρχονται στο νου. Ένα παλληκάρι που ξυλοκοπείται άγρια κι ένα άλλο - ξαδέλφια ήτανε θαρρώ - να πυροβολείται άνανδρα, πισώπλατα, πάνω στον κατοχικό ιστό.
Τάσος Ισαάκ!
Σολωμός Σολωμού!
Παρόντες κι αυτοί, μόνο που δε βρίσκω τα ονόματά τους.
Σας θαυμάζω, ναι, ίσως και να ζηλεύω το κλέος και τη δόξα που κερδίσατε!
Ανεβαίνω τα τελευταία σκαλιά μέχρι το μνημείο. Διαβάζω και πάλι ονόματα, πολλά, Ελλαδιτών, Κυπρίων. Μου φαίνονται όλα τόσο οικεία, σαν να πρόκειται για παλιούς φίλους ή συγγενείς. Νιώθω εκείνη τη στιγμή ότι είναι άπαντες παρόντες, στη μυστική αυτή αναφορά, υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος και με καλούν προσωπικά, εμένα κι όλους μας, τους βολεμένους εγωιστές, να τιμήσουμε τον αγώνα τους, να τους μοιάσουμε και να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας σ’ αυτό το προσκλητήριο του χρέους και του καθήκοντος, της θυσίας και της αυταπάρνησης!
Άραγε, μπορώ να λείψω;
Μήπως εσύ μπορείς;
Είμαι πεπεισμένος πως, αν ξύσω λίγο το πετσί του ωχαδερφισμού, θα βρω σίγουρα τις χαμένες αξίες μου, την τίμια παρακαταθήκη των προγόνων μου, που τόσο ανόητα απεμπόλησα μεταμφιεσμένος με ξένα, άχρηστα κουρέλια δίχως νόημα! Αν ψάξω μέσα μου θα αντικρίσω τις πατροπαράδοτες αρετές, τις οποίες πολλοί θαυμάζουν μα ελάχιστοι οικειοποιούνται!
Φιλότιμο, φιλοπατρία, τιμή, ανδρεία, αξιοπρέπεια!
Αυτή την πρόσκληση χρέους δεν μπορώ να αρνηθώ. Δεν είναι δυνατόν να τους πω κατάμουτρα ότι δεν τους υπολογίζω, αυτούς, τον αγώνα τους, τη θυσία τους. Πώς μπορώ να τους ξεχάσω και να συνεχίσω να ζω; Πώς μπορώ να αντέξω τη στιγμή που αυτοί οι λεβέντες θα γυρίσουν αλλού το βλέμμα τους, από ντροπή για μένα;
Μήπως εσύ μπορείς;
Μπορούμε εμείς να χρησιμοποιούμε τις ιερές έννοιες, όπως αυτήν της πατρίδος, έτσι φθηνά, όπως κάνουν κάποιοι ηγέτες χαλαρής συνείδησης, για εισπρακτικούς και μόνον λόγους;
Σίγουρα όχι!
Σκύβω στη μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, ασπάζομαι τον καυτό μαύρο σταυρό κι ορκίζομαι… Ω γλυκειά μου πατρίδα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: